Όταν,
από εφτά χρονών παιδί
έπρεπε
στο διπλανό χωριό χωρίς παπούτσια
το
χειμώνα στο σχολείο να πηγαίνεις
και
η δασκάλα αλύπητα να σε βαρά
γιατί
τα ποδαράκια σου ήτανε λασπωμένα.
Όταν,
δύο κοριτσάκια οκτώ χρονών, σε βάρδιες
κάθε μέρα
ένα
καζάνι γάλα ετοιμάζανε
για
να σιτίσουνε κάθε πρωί όλο το σχολείο.
Όταν,
ο δάσκαλος σου μαύριζε τα χέρια με τη
βέργα,
γιατί
όλα τα μαθήματα
σε
ένα δωδεκάφυλλο τετράδιο είχες γραμμένα.
Όταν,
στο σπίτι που μεγάλωσες
φοβόσουν
μην πέσει ο σοφάς απ' το ταβάνι
το
βράδυ στο κεφάλι σου,
και
για ν' ακούσεις μουσική
έλεγες
στη γειτόνισσα την ένταση να μεγαλώσει.
Όταν,
τα ρούχα που φορούσες
έπρεπε
πάνω σου να λιώσουν
για
να αγοράσεις άλλα
κι
αυτό, αν ήσουν τυχερός και η σοδειά ήταν
καλή.
Όταν,
αργότερα στην μοναξιά της πόλης
μονάχος
να επιβιώνεις μάθαινες
κρατώντας
σαν κόρη οφθαλμού
αξιοπρέπεια
ιδανικά κι αξίες,
και
το δικαίωμα να επιλέγεις
και
να επιλέγεις μοναχά με μέτρο το βάθος
της καρδιάς
κι
όχι το πορτοφόλι.
Όταν,στα
χέρια σου κρατούσες
το
πρώτο σου παιδί και ένιωθες
την
ευλογία, την ευθύνη και την ...ενοχή
Όταν,
όλα τούτα κι άλλα πολλά όργωναν
την
ζωή σου μέσ στα χρόνια
αυτά
δεν θέλεις να συμβούν σ' αυτούς που αγαπάς.
Όταν,
όμως κάποιον τον υπερπροστατεύεις,
όταν
δεν τον αφήσεις την αγριάδα της ζωής να
την γευτεί
του
λείπει η εμπειρία που φέρνει την σοφία.
γι
αυτό γίνεται μαλθακός και αναιδείς,
ποτέ δεν ωριμάζει
και
έτσι μένει άγουρος, μένει ...μισός .
Λένια
11.11.2013